Ο εμφυτεύσιμος καρδιομετατροπέας–απινιδωτής (Implantable Cardioverter Defibrillator – ICD) είναι μία μικρή ηλεκτρονική συσκευή που εμφυτεύεται στο σώμα και παρακολουθεί συνεχώς τον καρδιακό ρυθμό. Σκοπός της είναι να αναγνωρίζει και, όταν χρειάζεται, να αντιμετωπίζει άμεσα επικίνδυνες κοιλιακές αρρυθμίες, όπως η κοιλιακή ταχυκαρδία (VT) και η κοιλιακή μαρμαρυγή (VF), οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.
Ο ICD δεν χρησιμοποιείται επειδή κάποιος έχει απλώς «αρρυθμίες». Η απόφαση για εμφύτευση λαμβάνεται μετά από εξατομικευμένη εκτίμηση του κινδύνου σοβαρής κοιλιακής αρρυθμίας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, λαμβάνοντας υπόψη την υποκείμενη καρδιοπάθεια, τη λειτουργία της καρδιάς, προηγούμενα επεισόδια αρρυθμίας, την ηλικία, τις συνοδές παθήσεις και τη συνολική πρόγνωση του ασθενούς.
Σήμερα υπάρχουν δύο βασικοί τύποι εμφυτεύσιμων απινιδωτών:
- Διαφλέβιος ICD (Transvenous ICD – TV-ICD), στον οποίο ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια εισάγονται μέσω φλέβας και καταλήγουν μέσα στην καρδιά.
- Υποδόριος ICD (Subcutaneous ICD – S-ICD), στον οποίο τόσο το ηλεκτρόδιο όσο και η γεννήτρια βρίσκονται κάτω από το δέρμα, χωρίς ηλεκτρόδιο μέσα στις φλέβες ή την καρδιά.
Η επιλογή μεταξύ των δύο συστημάτων εξατομικεύεται για κάθε ασθενή.

Όσα χρειάζεται να γνωρίζετε, με σύντομη και εύχρηστη πλοήγηση
Ανοίξτε μόνο την ενότητα που σας ενδιαφέρει. Το πλήρες κείμενο παραμένει διαθέσιμο και οργανωμένο ανά θέμα.
01Λειτουργία και ενδείξεις+
Πώς λειτουργεί ο ICD;
Ο ICD καταγράφει συνεχώς τον καρδιακό ρυθμό. Εάν αναγνωρίσει μία επικίνδυνα γρήγορη κοιλιακή αρρυθμία, μπορεί να παρέμβει αυτόματα.
Ανάλογα με τον τύπο της συσκευής και την αρρυθμία, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει:
Αντιταχυκαρδιακή βηματοδότηση – ATP
Ο διαφλέβιος ICD μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να σταματήσει μία κοιλιακή ταχυκαρδία χορηγώντας μία σύντομη σειρά πολύ γρήγορων και ανώδυνων ηλεκτρικών ερεθισμάτων, χωρίς να απαιτείται shock.
Η θεραπεία αυτή ονομάζεται Antitachycardia Pacing (ATP) και συνήθως δεν γίνεται αντιληπτή από τον ασθενή.
Καρδιομετατροπή / απινίδωση
Εάν η αρρυθμία είναι πολύ γρήγορη ή δεν τερματιστεί με ATP, ο ICD μπορεί να χορηγήσει ένα ισχυρότερο ηλεκτρικό shock ώστε να επαναφέρει τον φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό.
Το shock είναι πολύ σύντομο, αλλά εφόσον ο ασθενής έχει τις αισθήσεις του μπορεί να γίνει έντονα αντιληπτό.
Βηματοδότηση
Οι περισσότεροι διαφλέβιοι ICD μπορούν επίσης να λειτουργούν ως βηματοδότες όταν ο καρδιακός ρυθμός γίνει υπερβολικά αργός.
Αντίθετα, ο συμβατικός S-ICD δεν παρέχει μακροχρόνια βηματοδότηση για βραδυκαρδία και δεν παρέχει αντιταχυκαρδιακή βηματοδότηση (ATP). Για τον λόγο αυτό δεν αποτελεί την κατάλληλη επιλογή όταν αναμένεται ότι ο ασθενής θα χρειαστεί αυτές τις θεραπείες.

Πότε μπορεί να χρειάζεται ένας ICD;
Η εμφύτευση ICD μπορεί να πραγματοποιηθεί για δευτερογενή ή για πρωτογενή πρόληψη του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Δευτερογενής πρόληψη
Αφορά ασθενείς που έχουν ήδη παρουσιάσει σοβαρή κοιλιακή αρρυθμία, όπως:
- καρδιακή ανακοπή λόγω κοιλιακής μαρμαρυγής ή κοιλιακής ταχυκαρδίας,
- παρατεταμένη κοιλιακή ταχυκαρδία με αιμοδυναμική αστάθεια,
- συγκεκριμένες περιπτώσεις εμμένουσας κοιλιακής ταχυκαρδίας σε ασθενείς με δομική καρδιοπάθεια.
Πριν αποφασιστεί η εμφύτευση ICD εξετάζεται αν το επεισόδιο οφειλόταν σε μία πλήρως αναστρέψιμη αιτία, όπως σοβαρή παροδική ηλεκτρολυτική διαταραχή ή άλλη οξεία κατάσταση.
Πρωτογενής πρόληψη
Σε άλλους ασθενείς δεν έχει προηγηθεί καρδιακή ανακοπή, αλλά η υποκείμενη καρδιοπάθεια συνοδεύεται από σημαντικά αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο απειλητικής κοιλιακής αρρυθμίας.
Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να αφορούν, μεταξύ άλλων:
- ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου,
- διατατική ή άλλη μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια,
- σημαντικά μειωμένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας παρά την κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία,
- υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια σε ασθενείς με συγκεκριμένους παράγοντες αυξημένου κινδύνου,
- αρρυθμιογόνο μυοκαρδιοπάθεια,
- ορισμένες κληρονομικές ηλεκτρικές παθήσεις της καρδιάς, όπως το σύνδρομο Brugada, το σύνδρομο μακρού QT ή η κατεχολαμινεργική πολυμορφική κοιλιακή ταχυκαρδία,
- άλλες ειδικές καρδιοπάθειες στις οποίες η εκτίμηση του κινδύνου υποδεικνύει σημαντική πιθανότητα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Η παρουσία μιας συγκεκριμένης διάγνωσης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαιτείται ICD. Η απόφαση βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια και σε εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
02Διαφλέβιος ICD ή S-ICD;+
Διαφλέβιος ICD – Transvenous ICD
Στον κλασικό διαφλέβιο ICD, η γεννήτρια τοποθετείται συνήθως κάτω από το δέρμα στην περιοχή κάτω από την κλείδα.
Ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια περνούν μέσω του φλεβικού συστήματος και τοποθετούνται μέσα στις καρδιακές κοιλότητες.
Ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί:
- ICD μίας κοιλότητας,
- ICD δύο κοιλοτήτων,
- ή, όταν υπάρχει παράλληλα ένδειξη καρδιακού επανασυγχρονισμού, CRT-D.
Πλεονεκτήματα του διαφλέβιου ICD
Ο διαφλέβιος ICD μπορεί:
- να αντιμετωπίζει κοιλιακή ταχυκαρδία με ATP (αντιταχυκαρδιακή βηματοδότηση), συχνά χωρίς shock,
- να παρέχει βηματοδότηση σε περίπτωση βραδυκαρδίας,
- να συνδυαστεί, όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, με θεραπεία καρδιακού επανασυγχρονισμού.
Περιορισμοί
Επειδή το ηλεκτρόδιο βρίσκεται μέσα στο φλεβικό σύστημα και την καρδιά, υπάρχουν ορισμένοι ειδικοί βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι που σχετίζονται με το ηλεκτρόδιο, όπως μετατόπιση, δυσλειτουργία, φλεβική απόφραξη ή λοίμωξη.
Υποδόριος ICD – S-ICD
Ο S-ICD σχεδιάστηκε ώστε να παρέχει προστασία από επικίνδυνες κοιλιακές αρρυθμίες χωρίς να απαιτείται η τοποθέτηση ηλεκτροδίου μέσα στην καρδιά.
Η γεννήτρια τοποθετείται συνήθως στην αριστερή πλάγια περιοχή του θώρακα και το ηλεκτρόδιο διέρχεται υποδόρια κατά μήκος του στέρνου.
Έτσι ολόκληρο το σύστημα παραμένει εκτός της καρδιάς και του αγγειακού συστήματος.
Αυτό αποφεύγει σημαντικές επιπλοκές που σχετίζονται ειδικά με τα ενδαγγειακά ηλεκτρόδια. Σε τυχαιοποιημένες μελέτες, το S-ICD έχει αποδειχθεί αποτελεσματική εναλλακτική του διαφλέβιου ICD σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς που δεν χρειάζονται βηματοδότηση ή ATP.
Σε ποιους ασθενείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλο;
Το S-ICD μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή σε ασθενείς:
- που χρειάζονται προστασία από αιφνίδιο καρδιακό θάνατο αλλά δεν χρειάζονται βηματοδότηση ή ATP,
- νεότερης ηλικίας, στους οποίους η μακροχρόνια παρουσία ενδαγγειακού ηλεκτροδίου αποτελεί σημαντικό ζήτημα,
- με δύσκολη ή ανεπαρκή φλεβική πρόσβαση,
- στους οποίους είναι επιθυμητή η διατήρηση του φλεβικού συστήματος,
- με αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων σχετιζόμενων με ενδαγγειακές συσκευές,
- μετά από προηγούμενη αφαίρεση διαφλέβιου συστήματος λόγω λοίμωξης, σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
Πότε το S-ICD μπορεί να μην είναι η κατάλληλη επιλογή;
Ο S-ICD συνήθως δεν προτιμάται όταν υπάρχει ή αναμένεται σημαντική ανάγκη για:
- μόνιμη βηματοδότηση λόγω βραδυκαρδίας,
- αντιταχυκαρδιακή βηματοδότηση (ATP),
- καρδιακό επανασυγχρονισμό (CRT).
Πριν από την εμφύτευση πραγματοποιείται επίσης έλεγχος του ηλεκτροκαρδιογραφήματος ώστε να επιβεβαιωθεί ότι η μορφολογία των ηλεκτρικών σημάτων του ασθενούς είναι κατάλληλη για αξιόπιστη ανίχνευση από το υποδόριο σύστημα.

Πώς επιλέγεται μεταξύ διαφλέβιου ICD και S-ICD;
Δεν υπάρχει μία συσκευή που να είναι ιδανική για όλους τους ασθενείς.
Η επιλογή λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων:
- την υποκείμενη καρδιοπάθεια,
- τον τύπο των κοιλιακών αρρυθμιών,
- την πιθανότητα μελλοντικής ανάγκης για ATP,
- την ανάγκη βηματοδότησης,
- πιθανή ένδειξη για CRT,
- την ηλικία και το προσδόκιμο ζωής,
- προηγούμενες λοιμώξεις συσκευών,
- τη φλεβική ανατομία,
- άλλες παθήσεις και προηγούμενες επεμβάσεις,
- καθώς και τις προτιμήσεις του ασθενούς.
Η επιλογή του κατάλληλου συστήματος αποτελεί επομένως μέρος μιας εξατομικευμένης συζήτησης μεταξύ του ασθενούς και του εξειδικευμένου καρδιολόγου–ηλεκτροφυσιολόγου.
03Προετοιμασία και εμφύτευση+
Προετοιμασία πριν από την εμφύτευση
Πριν από την επέμβαση πραγματοποιείται πλήρης αξιολόγηση της ένδειξης και του κατάλληλου τύπου συσκευής.
Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να προηγηθούν:
- ηλεκτροκαρδιογράφημα,
- υπερηχογράφημα καρδιάς,
- αιματολογικός έλεγχος,
- έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και ηλεκτρολυτών,
- αξιολόγηση της υπάρχουσας φαρμακευτικής αγωγής,
- αξιολόγηση προηγούμενων απεικονιστικών ή ηλεκτροφυσιολογικών εξετάσεων,
- ειδικός ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος καταλληλότητας εφόσον εξετάζεται S-ICD.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαχείριση των αντιπηκτικών και αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων. Δεν πρέπει να διακόπτονται χωρίς συγκεκριμένη ιατρική οδηγία, καθώς η κατάλληλη στρατηγική διαφέρει ανάλογα με το φάρμακο και τον λόγο για τον οποίο χορηγείται.
Πριν την επέμβαση θα δοθούν επίσης συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με:
- τη νηστεία,
- τα φάρμακα που πρέπει να ληφθούν το πρωί της επέμβασης,
- τη διαχείριση σακχαρώδους διαβήτη, εφόσον υπάρχει,
Χορηγείται προφυλακτική αντιβιοτική αγωγή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα για τη μείωση του κινδύνου λοίμωξης.
Πώς πραγματοποιείται η εμφύτευση διαφλέβιου ICD;
Η επέμβαση πραγματοποιείται σε ειδικά εξοπλισμένο χώρο υπό συνεχή παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του οξυγόνου.
Συνήθως χρησιμοποιούνται τοπική αναισθησία και καταστολή, ώστε ο ασθενής να είναι άνετος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Πραγματοποιείται μία μικρή τομή συνήθως κάτω από την αριστερή κλείδα και δημιουργείται θήκη για τη γεννήτρια.
Μέσω μιας φλέβας προωθείται το ηλεκτρόδιο υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο μέχρι τη σωστή θέση στην καρδιά. Εφόσον απαιτείται δεύτερο ηλεκτρόδιο, αυτό τοποθετείται με αντίστοιχο τρόπο.
Τα ηλεκτρόδια ελέγχονται προσεκτικά ώστε να επιβεβαιωθούν:
- η σωστή θέση,
- η καλή καταγραφή των ηλεκτρικών σημάτων,
- η αποτελεσματική βηματοδότηση όπου απαιτείται,
- η σταθερότητα του συστήματος.
Στη συνέχεια συνδέονται με τη γεννήτρια ICD, η οποία τοποθετείται κάτω από το δέρμα και η τομή κλείνεται.
Πώς πραγματοποιείται η εμφύτευση S-ICD;
Στον S-ICD δεν χρειάζεται πρόσβαση σε φλέβα ούτε προώθηση ηλεκτροδίου μέσα στην καρδιά.
Δημιουργείται μία θήκη για τη γεννήτρια στην αριστερή πλάγια περιοχή του θώρακα και το ηλεκτρόδιο τοποθετείται υποδόρια κατά μήκος του στέρνου μέσω μικρών τομών.
Λόγω της θέσης της συσκευής και της υποδόριας δημιουργίας της διαδρομής του ηλεκτροδίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί βαθύτερη καταστολή ή γενική αναισθησία, ανάλογα με τον ασθενή και το πρωτόκολλο του κέντρου.
Μετά την τοποθέτηση πραγματοποιείται λεπτομερής έλεγχος του συστήματος και της ικανότητάς του να καταγράφει σωστά το ηλεκτρικό σήμα της καρδιάς.
04Ανάρρωση, τραύμα και ασφάλεια+
Τι συμβαίνει μετά την εμφύτευση;
Μετά την επέμβαση ο ασθενής παρακολουθείται για:
- καρδιακό ρυθμό,
- αρτηριακή πίεση,
- το σημείο της επέμβασης,
- πιθανή αιμορραγία ή αιμάτωμα,
- λειτουργία της συσκευής.
Μετά από εμφύτευση διαφλέβιου συστήματος πραγματοποιείται συνήθως ακτινογραφία θώρακος για τον έλεγχο της θέσης των ηλεκτροδίων και τον αποκλεισμό επιπλοκών όπως ο πνευμοθώρακας. Η συσκευή ελέγχεται και προγραμματίζεται πριν από την έξοδο από το νοσοκομείο.
Ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς και τον τύπο της επέμβασης, η έξοδος μπορεί να πραγματοποιηθεί την ίδια ή την επόμενη ημέρα.

Φροντίδα του τραύματος
Μικρή ενόχληση, αίσθημα τάσης ή ευαισθησία γύρω από τη συσκευή είναι αναμενόμενα τις πρώτες ημέρες.
Είναι επίσης δυνατό να εμφανιστεί μικρή εκχύμωση ή ήπιο οίδημα.
Η περιοχή πρέπει να διατηρείται καθαρή και να ακολουθούνται οι συγκεκριμένες οδηγίες που δίνονται κατά την έξοδο σχετικά με τον επίδεσμο και το πότε επιτρέπεται να βραχεί η τομή. Όταν χρησιμοποιείται αδιάβροχος επίδεσμος, το ντους μπορεί συχνά να επιτραπεί νωρίτερα· διαφορετικά συνήθως απαιτείται μεγαλύτερη προστασία της τομής.
Επικοινωνήστε με την ιατρική ομάδα εάν εμφανιστεί:
- αυξανόμενη ερυθρότητα γύρω από την τομή,
- σημαντικό ή αυξανόμενο οίδημα,
- έκκριση υγρού ή πύου,
- αιμορραγία που δεν υποχωρεί,
- άνοιγμα της τομής,
- πυρετός ή ρίγος,
- σταδιακά επιδεινούμενος πόνος.
Η έγκαιρη αναγνώριση πιθανής λοίμωξης μιας εμφυτεύσιμης συσκευής είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Κίνηση του χεριού μετά από διαφλέβιο ICD
Η πλήρης ακινητοποίηση του χεριού δεν συνιστάται και μπορεί να οδηγήσει σε δυσκαμψία του ώμου.
Ήπια φυσιολογική κίνηση του χεριού ενθαρρύνεται. Ωστόσο, για το αρχικό διάστημα πρέπει να αποφεύγονται έντονη άρση βάρους, απότομες κινήσεις και δραστηριότητες που προκαλούν σημαντική τάση στην περιοχή της συσκευής, σύμφωνα με τις εξατομικευμένες οδηγίες του ιατρού.
Δεν απαιτείται συνήθως μόνιμη αλλαγή του τρόπου χρήσης του χεριού μετά την επούλωση.
Ποιοι είναι οι κίνδυνοι της επέμβασης;
Η εμφύτευση ICD είναι μία καθιερωμένη επεμβατική πράξη και στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματοποιείται χωρίς σημαντικές επιπλοκές.
Όπως σε κάθε επεμβατική διαδικασία, ωστόσο, υπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι.
Κίνδυνοι που μπορεί να εμφανιστούν και στους δύο τύπους ICD
Περιλαμβάνουν:
- αιμορραγία ή αιμάτωμα,
- πόνο ή δυσφορία στην περιοχή της συσκευής,
- λοίμωξη,
- καθυστερημένη επούλωση,
- μετακίνηση ή διάβρωση της συσκευής,
- δυσλειτουργία συσκευής ή ηλεκτροδίου,
- ανάγκη επανεπέμβασης,
- μη ενδεδειγμένη θεραπεία ή shock από τη συσκευή,
- αντίδραση σε φάρμακα ή αναισθησία.
Πρόσθετοι κίνδυνοι διαφλέβιου ICD
Επειδή απαιτείται πρόσβαση στο φλεβικό σύστημα και τοποθέτηση ηλεκτροδίου μέσα στην καρδιά, μπορεί επιπλέον να εμφανιστούν:
- πνευμοθώρακας,
- αιμοθώρακας,
- μετατόπιση ηλεκτροδίου,
- διάτρηση του καρδιακού τοιχώματος και, σπανιότερα, καρδιακός επιπωματισμός,
- θρόμβωση ή απόφραξη φλέβας,
- μακροχρόνια φθορά ή κάταγμα ηλεκτροδίου,
- ενδαγγειακή λοίμωξη.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του S-ICD
Επειδή το σύστημα βρίσκεται εξ ολοκλήρου εκτός καρδιάς και αγγείων, αποφεύγονται οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη διαφλέβια τοποθέτηση ηλεκτροδίου, όπως ο πνευμοθώρακας, η διάτρηση του καρδιακού τοιχώματος και οι μακροχρόνιες ενδαγγειακές επιπλοκές του ηλεκτροδίου.
Μπορεί όμως να εμφανιστούν επιπλοκές που σχετίζονται με το μεγαλύτερο υποδόριο σύστημα, όπως αιμάτωμα, δυσφορία, λοίμωξη ή προβλήματα καταγραφής του καρδιακού σήματος.
05Παρακολούθηση και καθημερινή ζωή+
Follow-up του ICD
Ο ICD χρειάζεται παρακολούθηση σε όλη τη διάρκεια ζωής του.
Στον επανέλεγχο η συσκευή επικοινωνεί ασύρματα με ειδικό προγραμματιστή. Ο έλεγχος είναι ανώδυνος και παρέχει αναλυτικές πληροφορίες για:
- την κατάσταση της μπαταρίας,
- τα ηλεκτρόδια,
- τον καρδιακό ρυθμό,
- τυχόν επεισόδια αρρυθμίας,
- πιθανές θεραπείες ATP ή shocks,
- τις ρυθμίσεις της συσκευής.
Ο πρώτος οργανωμένος έλεγχος πραγματοποιείται συνήθως 4–6 εβδομάδες μετά την εμφύτευση και στη συνέχεια σε τακτά διαστήματα ανάλογα με τον τύπο της συσκευής και την κατάσταση του ασθενούς.
Σε πολλές σύγχρονες συσκευές χρησιμοποιείται επίσης απομακρυσμένη παρακολούθηση (remote monitoring), η οποία μπορεί να μεταδίδει πληροφορίες από τον ICD προς το κέντρο παρακολούθησης και να βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση αρρυθμιών ή τεχνικών προβλημάτων.
Τι γίνεται όταν εξαντληθεί η μπαταρία;
Η μπαταρία ενός ICD διαρκεί αρκετά χρόνια. Η διάρκειά της εξαρτάται από:
- τον τύπο της συσκευής,
- τις ρυθμίσεις,
- τη συχνότητα βηματοδότησης,
- τον αριθμό των θεραπειών ή shocks που έχει χορηγήσει.
Η μπαταρία δεν εξαντλείται ξαφνικά. Η συσκευή προειδοποιεί αρκετό διάστημα πριν χρειαστεί αντικατάσταση.
Όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή πραγματοποιείται επέμβαση αντικατάστασης της γεννήτριας. Τα ηλεκτρόδια δεν αντικαθίστανται αυτόματα εφόσον λειτουργούν φυσιολογικά.
Τι πρέπει να κάνω εάν ο ICD δώσει shock;
Ένα shock δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα με τον ICD. Μπορεί να σημαίνει ότι η συσκευή αναγνώρισε και αντιμετώπισε μία επικίνδυνη αρρυθμία.
Εάν αισθανθείτε ένα shock και στη συνέχεια είστε εντελώς καλά
Επικοινωνήστε με τον ιατρό ώστε να πραγματοποιηθεί έλεγχος του ICD και να προσδιοριστεί η αιτία της θεραπείας.
Εάν παρουσιαστούν επανειλημμένα shocks ή έχετε παράλληλα:
- πόνο στο στήθος,
- δύσπνοια,
- έντονη ζάλη,
- απώλεια συνείδησης,
- επίμονους γρήγορους παλμούς ή σημαντική αδιαθεσία,
απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση / επείγουσα ιατρική βοήθεια.
Ζωή με έναν ICD
Μετά την πλήρη αποκατάσταση, η πλειονότητα των ασθενών μπορεί να επιστρέψει στις περισσότερες καθημερινές δραστηριότητες.
Ο ICD λειτουργεί συνεχώς και δεν απαιτεί κάποια ενέργεια από τον ασθενή.
Θα σας δοθεί κάρτα ταυτοποίησης της συσκευής, την οποία είναι χρήσιμο να έχετε μαζί σας.
Κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρικές συσκευές
Οι περισσότερες συνηθισμένες οικιακές ηλεκτρικές συσκευές μπορούν να χρησιμοποιούνται με ασφάλεια.
Συνιστάται να μην τοποθετείται ισχυρός μαγνήτης ή κινητό τηλέφωνο ακριβώς πάνω από τη συσκευή και να ακολουθούνται οι οδηγίες του κατασκευαστή σχετικά με την απόσταση από συγκεκριμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό.
Αεροδρόμια
Οι ασθενείς με ICD μπορούν να ταξιδεύουν αεροπορικώς. Είναι χρήσιμο να ενημερώνεται το προσωπικό ασφαλείας ότι υπάρχει εμφυτευμένη καρδιακή συσκευή και να επιδεικνύεται η σχετική κάρτα.
Μαγνητική τομογραφία
Πολλά σύγχρονα συστήματα είναι MRI conditional, δηλαδή επιτρέπουν τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Δεν πρέπει όμως να θεωρείται αυτόματα ότι κάθε ICD και κάθε συνδυασμός συσκευής–ηλεκτροδίου είναι κατάλληλος για MRI. Πριν από οποιαδήποτε μαγνητική τομογραφία πρέπει να ελέγχεται το συγκεκριμένο σύστημα και να ακολουθείται ειδικό πρωτόκολλο.
Ιατρικές και χειρουργικές επεμβάσεις
Πριν από οποιαδήποτε επέμβαση ή θεραπεία είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο γιατρός ότι υπάρχει ICD, επειδή ορισμένος ιατρικός εξοπλισμός μπορεί να απαιτεί ειδική διαχείριση ή προσωρινό προγραμματισμό της συσκευής.
Οδήγηση
Μετά από εμφύτευση ICD μπορεί να απαιτείται προσωρινός περιορισμός της οδήγησης. Η διάρκειά του εξαρτάται τόσο από τον λόγο εμφύτευσης όσο και από το αν έχουν προηγηθεί ή ακολουθήσει σοβαρές αρρυθμίες ή θεραπείες της συσκευής.
Οι οδηγίες πρέπει να δίνονται εξατομικευμένα σύμφωνα με την κλινική κατάσταση και τις ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις.
06Συχνές ερωτήσεις και εξατομικευμένη επιλογή+
Συχνές ερωτήσεις
Είναι ο ICD το ίδιο με έναν βηματοδότη;
Όχι.
Ο βηματοδότης χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση υπερβολικά αργών καρδιακών ρυθμών.
Ο ICD έχει επιπλέον τη δυνατότητα να αναγνωρίζει και να τερματίζει επικίνδυνες κοιλιακές ταχυαρρυθμίες και να παρέχει απινίδωση.
Οι διαφλέβιοι ICD διαθέτουν συνήθως και λειτουργίες βηματοδότη.
Θα αισθάνομαι τη συσκευή;
Τις πρώτες ημέρες είναι φυσιολογικό να υπάρχει κάποια ευαισθησία ή αίσθημα τάσης.
Μετά την επούλωση οι περισσότεροι ασθενείς συνηθίζουν την παρουσία της συσκευής. Μπορεί να είναι ψηλαφητή κάτω από το δέρμα, ιδιαίτερα σε λεπτόσωμα άτομα.
Θα αισθανθώ ένα shock;
Εάν είστε σε εγρήγορση, ένα shock συνήθως γίνεται αντιληπτό ως μία πολύ σύντομη αλλά έντονη ώθηση ή κτύπημα στο στήθος.
Σε πολύ γρήγορες αρρυθμίες ο ασθενής μπορεί να χάσει τις αισθήσεις του πριν από τη θεραπεία και να μην αντιληφθεί το shock.
Μπορεί ο ICD να αποτρέψει κάθε περίπτωση αιφνίδιου θανάτου;
Όχι. Ο ICD προσφέρει εξαιρετικά σημαντική προστασία έναντι συγκεκριμένων επικίνδυνων κοιλιακών αρρυθμιών, αλλά δεν θεραπεύει την υποκείμενη καρδιοπάθεια και δεν μπορεί να αποτρέψει όλες τις πιθανές αιτίες καρδιακού θανάτου.
Για τον λόγο αυτό η υπόλοιπη καρδιολογική θεραπεία συνεχίζεται κανονικά.
Χρειάζεται να συνεχίσω τα φάρμακά μου μετά την εμφύτευση;
Συνήθως ναι.
Ο ICD δεν αντικαθιστά τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας, της στεφανιαίας νόσου ή της υποκείμενης αρρυθμίας.
Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να απαιτούνται επίσης αντιαρρυθμικά φάρμακα ώστε να μειωθεί η εμφάνιση κοιλιακών αρρυθμιών και η ανάγκη για θεραπείες από τη συσκευή.
Ποιος ICD είναι καλύτερος – ο διαφλέβιος ή ο S-ICD;
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους.
Ο διαφλέβιος ICD προσφέρει δυνατότητες όπως ATP και βηματοδότηση. Ο S-ICD αποφεύγει την παρουσία ηλεκτροδίου μέσα στην καρδιά και τα αγγεία.
Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το είδος της καρδιοπάθειας, τον πιθανό τύπο μελλοντικών αρρυθμιών, την ανάγκη για βηματοδότηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.
Εξατομικευμένη εκτίμηση πριν από την εμφύτευση
Η απόφαση για την εμφύτευση απινιδωτή δεν βασίζεται μόνο στο κλάσμα εξώθησης ή σε μία μεμονωμένη εξέταση.
Απαιτεί συνολική εκτίμηση:
- της καρδιακής πάθησης,
- του ιστορικού αρρυθμιών,
- της λειτουργίας της καρδιάς,
- της απεικόνισης,
- του ηλεκτροκαρδιογραφήματος,
- πιθανών γενετικών ή κληρονομικών παραγόντων,
- της αποτελεσματικότητας της υπάρχουσας θεραπείας,
- και του συνολικού ατομικού κινδύνου αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Όταν υπάρχει ένδειξη για ICD, εξίσου σημαντική είναι η επιλογή του κατάλληλου τύπου συσκευής για τον συγκεκριμένο ασθενή, ώστε να παρέχεται η απαραίτητη προστασία με το καλύτερο δυνατό ισοζύγιο οφέλους και κινδύνου.
Οι πληροφορίες είναι γενικού ενημερωτικού χαρακτήρα. Η ένδειξη για εμφύτευση, η επιλογή μεταξύ διαφλέβιου ICD και S-ICD, καθώς και οι οδηγίες πριν και μετά την επέμβαση εξατομικεύονται για κάθε ασθενή.

